Για τις Ρίζες, τα Κλαδιά και τη Διασπορά μας

Αρχική Σελίδα

- Για την Προέλευση, την Καταγωγή και τη Διασπορά μας

Είναι γνωστό ότι τα ελληνικά επώνυμα-οικογενειακά ονόματα, έχουν τεράστια ποικιλία και μπορούν να μας δώσουν στοιχεία για την γεωγραφική καταγωγή μας, άλλα είναι πατρωνυμικά και μητρωνυμικά, άλλα δηλώνουν επάγγελμα, παρατσούκλια ή προσωνύμια, την παλαιότητά μας, τη γλωσσική μας ιδιαιτερότητα, αλλογενή-ξενικά, φυσιογενή, κ.λ.π. Το επώνυμο Κουσουρής (Koussouris ή Kousouris), το βρίσκουμε στη βόρεια, κεντρική και δυτική ηπειρωτική, αλλά και στη νησιωτική Ελλάδα. Από την Αιγιάλεια, την Αιτωλοακαρνανία, τα Ιωάννινα, την Κυπαρισσία, τα Κύθηρα, τη Θεσπρωτία, τα Ζαγοροχώρια, τη Ναυπακτία, τη  Λακωνία, δυτική Μακεδονία, Κεφαλονιά, Τήνο, Χανιά, Σύρο, Βόλο, Θεσσαλονίκη και αλλού. Στην περιοχή της Αττικής πλατιά η εξάπλωσή του. Κέντρο Αθήνας, Μαρούσι, Αγ. Παρασκευή, Γαλάτσι, Λόφος Σκουζέ, Γλυφάδα, Κορυδαλλός, Πειραιάς, Κερατέα, Ραφήνα, Χαλάνδρι, Μενίδι και αλλού.  Αλλά και στο εξωτερικό θα το βρούμε σε ΗΠΑ, Καναδά, Αυστραλία, Γερμανία, Γαλλία. Ακόμη, και στο Αλγέρι ως Koussouri για τους άνδρες και Kousouri για τις γυναίκες. 
Κατά το γλωσσολόγο Μανόλη Τριανταφυλλίδη (1863-1959) (Neugriechische Familiennamen, 2e ed., Hasselrot, Bengt και εκδ. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη,1995) τα επώνυμα στον Ελλαδικό χώρο, από τους ιστορικούς ακόμη χρόνους, διαμορφώνονται κυρίως σε σχέση με το πατρώνυμο, το επάγγελμα και τον τόπο καταγωγής.
Στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αρχίζει να καθιερώνεται το επώνυμο δίπλα στο βαπτιστικό χριστιανικό όνομα, όπως συνηθίζεται και σήμερα. Από το 160 αιώνα όλοι οι Έλληνες έχουν επώνυμο, αλλά τα επώνυμα δεν είχαν παγιωθεί και ήταν συχνό φαινόμενο  το επώνυμο να αλλάζει  από γενιά σε γενιά, για να χάνονται τα ίχνη τους, ως καταζητούμενοι λόγω συμμετοχής σε εξεγέρσεις, σε διώξεις, σε βεντέτες,  κλπ .  Στις αρχές του 20ου αιώνα, καθιερώνεται το επώνυμο και θεσμικά στο νεοσύστατο Ελληνικό κράτος. Είναι φυσικό να υπάρχουν και επώνυμα με αλλογενή προέλευση, αφού πολλοί λαοί συνυπήρξαν (π.χ., κατακτητές, μετανάστες, πρόσφυγες κ.ά) στους περασμένους αιώνες στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, κυρίως με ρίζες από ποικιλία χωρών, γλωσσών, διαλέκτων  (π.χ., ενετοί,  σλάβοι, οθωμανοί, φράγκοι κ.ά.).
Το δικό μας επώνυμο, το ‘’Κουσουρής’’, αποτελεί γηγενές ελληνικό οικογενειακό όνομα, το οποίο εντάσσεται στο ευρύτερο φαινόμενο της νεοελληνικής ανθρωπωνυμίας (παρωνύμια=χαρακτηριστικά,συνήθειες, ή ιδιότητες ατόμων). Ετυμολογικά, προέρχεται από τη λέξη ‘’κουσούρι’’, που εκφράζει ορισμένες ιδιότητες ή χαρακτηριστικά του παρανομαζόμενου, που στην προκειμένη περίπτωση αφορούσε κάποιο σωματικό ή άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό και με πολλές σημασίες στη λαϊκή γλώσσα όπως ‘’ελάττωμα, μειονέκτημα, ψεγάδι, καχεκτικός, λεπτός’’. Εξάλλου,  η λέξη κουσούρι ίσως να είναι δανεισμένη από το οθωμανικό ‘’kusur’’, που σημαίνει ‘’ λογιστικό υπόλοιπο, ρέστα, έλλειμμα, ατέλεια‘’ και με απώτερη ρίζα στην αραβική γλώσσα το ‘’qusür’’ ( قصور ) που σημαίνει ‘’αποτυχία, ανεπάρκεια, ανικανότητα‘’.
Στο πλαίσιο της σύγχρονης χρήσης το επώνυμο ‘’ Κουσουρής’’ έχει πολλαπλές ρίζες με παλαιά, τοπικά διαμορφωμένα κλαδιά στο ελλαδικό χώρο με κύριο άξονα τη Δυτική και Στερεά Ελλάδα (Ρούμελη, Αιτωλοακαρνανία, ΒΔ Πελοπόννηση,΄Ηπειρο) και μεταγενέστερη διασπορά στα μεγάλα αστικά κέντρα (Αθήνα, Πειραιάς, Θεσσαλονίκη). Απαντάται σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, κάτι που δείχνει παλαιά και ανεξάρτητη δημιουργία σε διαφορετικές περιοχές. Δεν φέρει αξιολογική ή λεξική σημασία και χρησιμοποιείται αποκλειστικά ως κληρονομική οικογενειακή ονομασία διατηρώντας την ιστορική του ταυτότητα (Κριαράς Η., 1995, Μπαμπινιώτης Γ., 2002).
Μια ερμηνεία που κυκλοφορεί  ωε προς το επωνυμό μας -χωρίς ιστορική τεκμηρίωση από έγκυρα αρχεία- αναφέρει τα εξής: την οθωμανική περίοδο κάποιοι Σουλιώτες καθώς κατέβαιναν στα πεδινά συνελήφθηκαν από Τουρκαλβανούς και όταν ρωτήθηκαν για το επωνυμό τους είπαν ότι ονομάζονταν ‘’ Kushëri’’ (προφέρεται Κουσερί ή Κουσιερί) που σε ορισμένες αρβανίτικες διαλέκτους σημαίνει ξάδελφος. Και λέγουν ότι αυτή η λέξη με τον καιρό και με παραφθορά ίσως να εξελίχθηκε στο Κουσουρής. Ωστόσο, σύμφωνα με τεκμηριωμένες ιστορικές  πηγές το επώνυμο Κουσουρής ή κάτι παρεμφερές με τις τοπικές ντοπιολαλιές, δεν απαντάται στις ιστορικές Σουλιώτικες φάρες, κατά την περίοδο των Σουλιωτών τον 16ο και 19ο αιώνα.

Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι το επώνυμο ‘’Κουσουρής’’ στη ροή του χρόνου και σε πολλές περιοχές και ανάλογα με την τοπική ντοπιολαλιά ή και με λεκτική παραφθορά, ίσως να μεταλλάχθηκε μεταξύ των άλλων σε Κουσούρης, Κουσιούρης, Κασιουρής, Κοσορής, Κοσιορής, Κουσουρής, Κισουρής, Κουτσούρης, κ.ά.
 Στη διπλανή εικόνα, να και ένα γραπτό τεκμήριο (από την Ομάδα Πολιτιστικός και Ορειβατικός Σύλλογος Σκαμνελίου του FB) που επιβεβαιώνει την παραφθορά ή και μετάλλαξη του επωνύμου ‘’Κουσουρής’’, με την πάροδο των χρόνων. Αυτό το κείμενο βρίσκεται στο βιβλίο ‘’Οι Κοινότητες του Ν. Ιωαννίνων στον Ελληνικό Οδηγό‘’ του 1920-1929, όπου στο χωριό Σκαμνέλι στα Ζαγοροχώρια υπήρχε μεταξύ των άλλων επαγγελματίων και το όνομα του εκεί αρτοποιού ‘’Κουσορή Λάζαρ.’’, που ήταν ο παππούς  των σημερινών  κατοίκων του χωριού Σκαμνέλι, Ηπείρου, του Λάζου και του Νίκου Κουσουρή και όχι Κουσορή που παλαιότερα προφερόταν και αναγράφοταν έτσι το όνομα του παππού τους. Εξάλλου, είναι εξαιρετικό ενδιαφέρον η αναζήτηση εγγύτερων και πολύ μακρινών συγγενών, αλλά και για εκείνους με τους οποίους δεν υπάρχει άμεση συγγενική διασύνδεση, γιατί δεν είναι λίγες οι φορές που με παραφθορά ή και αναγκαιότητα λόγω συνθηκών τα επώνυμα γενικότερα έχουν αλλοιωθεί και προς τον τονισμό, την ορθογραφία ή και την ολοκληρωτική ανασκευή τους.  

Πιο κάτω σε αυτή την ενότητα, μπορούμε να περιηγηθούμε στο πολύ ενδιαφέρον γενεαλογικό δένδρο με τη μορφή ροδογράμματος, του ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ ΚΟΥΣΟΥΡΗ, από το έτος 1690, με τα κλαδιά και τα παρακλάδια του. Σε αυτό μεταξύ άλλων φαίνεται  και η  διασύνδεση των επωνύμων Κουσουρής, Αλεξανδρόπουλος, Παπαμιχαλοπούλου, Τρακάδας, Μπεκιάρης, Μπόγδανος, Κανελλόπουλος, Κατσαούνης, Ράλλης, Ανδρονόπουλος, Μουρίκης, Φραγκόπουλος, Χρυσικόπουλος, Χριστοδουλόπουλος, Σωτηρόπουλος, Ορεινός, Μαργαρίτης και πολλά άλλα. Αξιοσημείωτο είναι ότι σε αυτό το γενεαλογικό δένδρο ως γενάρχης αναφέρεται ο Αλεξανδρής Κουσουρής (1690), αλλά στις επόμενες γενεές δεν αναφέρεται το επώνυμο Κουσουρής. Επομένως, αντιπαραβάλλοντας το δένδρο αυτό, με το κείμενο που υπάρχει στα αρχεία των αγωνιστών κατά των Τούρκων (αρχεία Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών), όπου αναφέρεται ότι ο Αλέξανδρος Κουσουρής (γύρω στα 1700 μ.Χ.), <<..... ήταν πλούσιος πρόκριτος από τη Ρούμελη. Μετά από προστριβές με τους εκεί Τούρκους, φεύγει και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Φτέρη της Αιγιαλείας. Μερικά από τα παιδιά του, για να μη συλληφθούν από τους εκεί Τούρκους, άλλαξαν το επώνυμό τους σε ''Αλεξανδρόπουλος'' και εγκαταστάθηκαν στην Αιγιαλεία, στην Αχαΐα και αλλού>>, φαίνεται ότι πολλοί ‘’Κουσουρής’’, στα χρόνια τότε της Τουρκοκρατίας, άλλαξαν το επώνυμό τους σε ‘’Αλεξανδρόπουλος’’. Σημειώνεται ότι η πιο πάνω γενεαλογική απεικόνιση με μορφή ροδογράμματος βρίσκεται στα πατρικά σπίτια των οικογενειών Αλεξανδρόπουλος, και του Ανδρέα Κανελλόπουλου, στη Φτέρη Αιγίου.




Το σχέδιο αυτό (διά χειρός Χ.Γ., Γερογιάννης, 1928), το 
γενεαλογικό δένδρο του Αλεξανδρή Κουσουρή σε ροδόγραμμα, βρίσκεται σε σχέδιο στα πατρικά σπίτια των Αλεξανδρόπουλων, και του Ανδρέα Κανελλόπουλου, στο χωριό Φτέρη Αιγίου (με διπλό κλικ στην εικόνα και μεγέθυνση δείτε τις λεπτομέρειες του, με τις συγγενικές διασυνδέσεις πάρα πολλών επωνύμων, όπως Αλεξανδρόπουλος, Παπαμιχαλοπούλου, Τρακάδας, Μπεκιάρης, Μπόγδανος, Κανελλόπουλος, Κατσαούνης, Ράλλης, Ανδρονόπουλος, Μουρίκης, Φραγκόπουλος, Χρυσικόπουλος, Χριστοδουλόπουλος, Σωτηρόπουλος, Ορεινός, Μαργαρίτης και πολλά άλλα
).

Έτσι, τεκμηριώνεται επακριβώς ότι τότε κάποιοι ‘’Κουσουρής’’, μετοίκησαν σε άλλες ασφαλέστερες περιοχές (π.χ., Ηλεία, Λακωνία, Μεσσηνία, Αττική) και άλλαξαν το επώνυμό τους, ώστε να χαθούν τα ίχνη τους (ιστορικά βεβαιωμένα κείμενα από τα αρχεία της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών). Σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες (π.χ., αρχεία Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών), όπως έχει αναφερθεί και πιο πάνω, ο Αλέξανδρος ή Αλεξανδρής Κουσουρής (1690), έφυγε από τη Στερεά Ελλάδα και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Φτέρη της Αιγιάλειας, στις αρχές του 1700. Εξάλλου, ιστορικά κείμενα μας πληροφορούν: ‘’.....Μερικά χρόνια αργότερα, κάποιοι από την οικογένεια των Αλεξανδρόπουλων μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία και διέθεσαν την περιουσία τους για τον τότε εθνικό αγώνα (π.χ., ο Αναγνώστης Ιωάννης Αλεξανδρόπουλος -1789-1844- διέθεσε χρήματα για τον αγώνα και σχημάτισε στρατιωτικό τμήμα) (https://tovimatisaigialeias.grhttps://kalavritapress.gr, ‘’Η μυστική συνέλευση της Βοστίτσας, 26-29 Ιαν., 1821)’’. Πρόσθετα με τα πιό πάνω, ο έγκριτος Αιγιώτης δημοσιογράφος Φάνης  Ζουρόπουλος αναφερόμενος στον εγγονό του Αλεξανδρή Κουσουρή, τον Αναγνώστη Ι., Αλεξανδρόπουλο (1780-1844), μας ενημερώνει με τα ακόλουθα: 

‘’ Η οικογένεια του Αλεξανδρή Κουσουρή, μαζί με άλλες οικογένειες, και κατά την περίοδο του Βενετοτουρκικού πολέμου (1684-1699) έφυγαν από τη Στερεά Ελλάδα όπου κατοικούσαν και κατέφυγαν στην Βενετοκρατούμενη Πελοπόννησο. Για περισσότερη ασφάλεια εγκαταστάθηκαν στην ορεινή Αιγιαλεία και ειδικότερα στο χωριό Φτέρη. Εκεί, ο πατριάρχης της οικογένειας φαίνεται ότι άλλαξε  το επωνυμό του απο Κουσουρής σε Αλεξανδρόπουλος, ενώ άλλοι γόνοι της οικογένειας ονομάστηκαν Κανελόπουλοι ή και Φτεραίοι’’. Και συνεχίζει ο κος Ζουρόπουλος ‘’Γύρω στα 1800, ο εγγονός του Αλεξανδρή Κουσουρή, ο Αναγνώστης Αλεξανδρόπουλος που είχε γεννηθεί στη Φτέρη, κατέβηκε στη Βόστιτσα (σημερινό Αίγιο), ασχολήθηκε με το εμπόριο και έγινε προεστός της. ΄Εκτισε το σπίτι του, ένα πέτρινο διόροφο που σωζόταν μέχρι το 1970, στη γωνία  των σημερινών οδών Α. Λόντου και Βασ. Κωνσταντίνου. Ο Αλεξανδρής, γύρω στα 1817 εμυήθηκε στη Φιλική Εταιρία. Είχε αναπτύξη στενό σύνδεσμο και φιλία με τον Παπαφλέσσα, ο οποίος όταν ήρθε στη Βόστιτσα για τη Μυστική Συνέλευση της Φιλικής έμεινε στο σπίτι του. Και σε αυτό το σπίτι του Αναγνώστη έγινε η προσύσκεψη  της Συνέλευσης. Ο Αναγνώστης λέγεται ότι ήταν απόλυτα ταυτισμένος με τις απόψεις του Παπαφλέσσα για την άμμεση έναρξη της επανάστασης και έτσι συγκρούστηκε με άλλους προεστούς και με τον Παλαιό Πατρών Γερμανό. Όταν ξεκίνησε η επανάσταση του 1821 πολέμησε με το βαθμό  του εκατόνταρχου, ενώ ήταν φίλος και συμπολεμιστής του Ανδρέα Λόντου. Μετά την απελευθέρωση το 1835 διορίστηκε συμβολαιογράφος Αιγίου, μέχρι το θανατό του. Τον διαδέχτηκε  ο γιος του Κωνσταντίνος, που είχε αγωνιστεί και αυτός σε πολλές μάχες. Από το μεγάλο αυτό σόι κατάγεται και η οικογένεια του ακαδημαϊκού,  πνευματικού και πολιτικού Παναγιώτη Κανελόπουλου, ο παππούς του οποίου, μετά την απελευθέρωση κατέβηκε από τη Φτέρη στην Πάτρα’’   (https://eistorias.wordpress.com/2021/10/09/αγωνιστεσ-του-21-αλεξανδροπουλοσ-αναγ/).

Καθώς η Αιτωλοακαρνανία θεωρούμε ότι αποτελεί μιά από τις γενέτειρες περιοχές των Κουσουρής, θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε και ένα ακόμη σημαντικό πρόσωπο, που έζησε τον περασμένο αιώνα, τον Παπακουσουρή ή Λαόπαπα ή Κωσταντίνο Κουσουρή από το χωριό Στράνωμα της ορεινής Ναυπακτίας. Μια προσωπικότητα με τεράστιο κοινωνικό, ανθρωπιστικό και όχι μόνο έργο (πηγή:σταχυολόγηση από κείμενο:Κ.Ν.Δημόπουλος, http://www.agrinionews.gr/enas-thrylikos-laopapas-o papakostas-koysoyris/). Περισσότερα για τον Παπακουσουρή ανατρέξτε παρακάτω στο κεφάλαιο  ‘‘ Σημαντικοί Κουσουραίοι σε Ιστορικά Γεγονότα ‘’. 


Αποστόλης ή Αποστολάκης
Κουσουρής, 1783-1827

Το επώνυμο Κουσουρής αναφέρεται σε πολλούς αγωνιστές του 1821. Ο αγωνιστής του 1821, Άγγελος Κουσουρής (το όνομα Άγγελος το βρίσκουμε στους συγγενείς μας στον κλάδο που εγκαταστάθηκαν στο Μαρούσι ), γεννημένος στην Αθήνα, πολέμησε τους Τούρκους και σκοτώθηκε σε μια μάχη στην Αθήνα. Επίσης, στην Αιτωλοακαρνανία -Βαρνάκας Ξηρόμερου- και στη Ναυπακτία, ονομαστοί αγωνιστές, για τις μάχες τους ενάντια στους Τούρκους και Αλβανούς, αναφέρονται σε ιστορικά κείμενα οι Αποστολάκης Κουσουρής, στρατηγός (1793-1827) και τα αδέλφια του, χιλίαρχος και Δήμαρχος τέως Δήμου Σολλίου (νυν Δήμος Αλυζίας) Αιτωλοακαρνανίας, Φώτης Κουσουρής (1797-1878), ο εκατόνταρχος Ανάστος Κουσουρής (1795-1836), ο εκατόνταρχος Παναγιώτης Κουσουρής (1802-), αλλά και από άλλη οικογένεια ο ανθυπολοχαγός Γούλας Κουσουρής. Σε πολλά κείμενα της τότε περιόδου αναφέρεται ότι η οικογένεια Κουσουρής είχε αξιόλογη προσφορά στον αγώνα κατά των Τούρκων και κατά την περίοδο 1821-1829. Δεν υπήρξε μάχη για μάχη από τον Αετό Ξηρόμερου, τη Βόνιτσα, το Βραχώρι, την Άρτα, το Πέτα, το Μεσολόγγι, το Ναύπλιο, το Παλαμίδη, την Αράχωβα, την Αττική, το Μακρυνόρος,τον Καρβασαρά και άλλα μέρη που να μην έλαβαν μέρος οι Κουσουραίοι (αναλυτικά για το άρθρο του Ν. Μήτση ''Κουσουραίοι -η οικογένεια των αγώνων και των θυσιών στα 1821 απ'το Βάρνακα του Ξηρόμερου'' βλέπε στη ιστοσελίδα http://issuu.com/mytikaspress/docs/kousourismode=window&backgroundColor=%23222222.
Σε πρόσφατο βιβλίο του Ν.Θ. Μήτση (2008) ''Αετός Ξηρομέρου-Ιστορικές επιφυλλίδες αλλοτινών εποχών και Λησμονημένοι μαχητές του 1821'' αναφέρονται και τα ακόλουθα. ...<<......Για την κραταιά και περίτρανη μάχη στον Προφήτη Ηλία στον Αετό του Ξηρομέρου στις 9 Αυγ. 1822, καθώς και για όλους τους Ξηρομερίτες Οπλαρχηγούς και Καπεταναίους που πήραν μέρος σ’αυτή τη μάχη (π.χ. Γεώργιος Βαρνακιώτης, Θεόδωρος Γρίβας, Δήμος Τσέλιος , Δημήτριος. Παλιογιάννης, Αποστόλης. Κουσουρής, Στάθης Κατσαρός, Σπύρος Καρπούζης, Κώστας Καπογιωργάκης, Αντρέας Γριβογιώργος, Κωσταντής Βαλιανάκης κ.λ.π.)>>. πρώτος το 1851 στα «Απομνημονεύματά του» οΝικόλαος Σπηλιάδης και, ακολούθως ο Κάρπος Παπαδόπουλος το 1861 στα «Απομνημονεύματα αγωνιστών του 1821 » και οι ιστορικοί Αγαπητός Αγαπητός, Γ. Κρέμος, Διον. Μιτάκης, Δ.Γ. Καμπούρογλου.
‘’ Συγκεντρώθηκαν λοιπόν στις λάκκες του Αετού (θέση Πηγάδια στον Προφήτη Ηλία) στις 9 Αυγούστου 1822, πολυάριθμοι Μπουλουξήδες των άτακτων Σωμάτων του Ξηρομέρου, όπου απ΄ την πολυετή έρευνά μας στους φακέλους των Αγωνιστών του ΄21, διεσώσαμε ονόματα συμμετασχόντων στη μάχη – χωρίς αυτό να  σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και άλλοι μαχητές – όπως οι ακόλουθοι:Θεόδωρος Γρίβας (Βόνιτσα), Φλώρος Γρίβας (Βόνιτσα), Σβίγκος Γρίβας(Βόνιτσα), Γιαννάκης και Γιώτης Βαρνακιώτης (Βάρνακας), Αντρέας και Κωσταντής και Τσάμης και Αποστόλης Γριβογιώργος (Κωνωπίνα), Στάθης Κατσαρός (Λευκάδα), Δημήτρης Παλιογιάννης (Βάτος), Γιαννάκης και Γεώργιος Σουλτάνης (Μοναστηράκι), Γιάννης και Χρήστος Τσαούσης(Πλαγιά), Δήμο Τσέλιος (Ζάβιτσα), Αποστόλης και Φώτης  Κουσουρής(Βάρνακας), και πολλοί άλλοι’’ (πληροφορίες από Νίκος Θ. Μήτσης, Ιστορικός, συγγραφέας, Αρχοντοχώρι –Ζάβιτσα- Ξηρομέρου, http://xiromeronews.blogspot.gr).
H '' Μεγάλη Στρατιωτική Εγκυκλοπαίδεια'' (τόμος Α, σελίδα 291) μας πληροφορεί τα ακόλουθα σχετικά με τον αρχιτσέλιγκα Κουσουρή και το γιό του Κουσουρόγιαννo, που συμμετείχαν στη μάχη του ''Αετού''. << ......Μετά την μάχη στο ‘’Χάνι της Γραβιάς’’ (8 Μαΐου, 1821) οι οπλαρχηγοί, Γκούρας, Σκαλτσοδήμος και Σαφάκας, σε συνεννόηση με τον οπλαρχηγό Γεωργάκη Κοντογιάννη, αποφάσισαν να επιτεθούν και να κτυπήσουν την Υπάτη, ώστε να αναγκάσουν τους Τούρκους να υποχωρήσουν και να αφήσουν ελεύθερη τη διάβαση των Θερμοπυλών. Οι Γκούρας και Σκαλτσοδήμος έπιασαν τη θέση ‘’Αετός’’ δίπλα στην Καστανιά και πάνω από την Υπάτη. Ο Σαφάκας έπιασε την θέση ‘’Πάθενα’’, πάνω από το Σμόκοβο και δίπλα στο Νιοχώρι. Απρόοπτα όμως με το ξημέρωμα της μέρας, οι Γκούρας και Σκαλτσοδήμος, βρέθηκαν περικυκλωμένοι από 1500 Αλβανούς υπό τις διαταγές του Αλβανού Τελεχόν Φέζον, συγγενή του Αλή Πασά. Η μάχη που ακολούθησε ήταν σφοδρή σώμα με σώμα και κράτησε μέχρι τη δύση του ήλιου. Η αριθμητική υπεροχή των Αλβανών ανάγκασε τους Έλληνες να οπισθοχωρήσουν μέσα στη γειτονική χαράδρα. Τότε, ο Σαφάκας επιτέθηκε κατά των Αλβανών με 300 παλικάρια. Οι Αλβανοί ξαφνιάστηκαν, νόμισαν ότι περικυκλώθηκαν και τράπηκαν σε φυγή. Στο πεδίο της μάχης εγκατέλειψαν γύρω στους 200 νεκρούς και τραυματίες, καθώς και άφθονο πολεμικό υλικό. Οι Ελληνικές απώλειες ήταν 12 στρατιώτες νεκροί. Το σώμα του Σαφάκα αποτελείτο από λίγο τακτικό Στρατό και τους κατοίκους των χωριών Σμόκοβου, Νιοχώρι και Χομίργιαννης. Σ’ αυτή την μάχη διακρίθηκαν οι Σμοκοβίτες, Παπαδήμας, Γεωργουσανδρέας, Ζαχαρής, Τσιρούνης Γεώργιος, Γιαννούλης Παπανδρέας, Μανιώτης (Αλατάς), Καραδήμας. Από την Χομίργιαννη διακρίθηκε ο Κουσουρής, ο οποίος την εποχή εκείνη ήταν αρχιτσέλιγκας με 5.000 πρόβατα. Στη μάχη του ‘’Αετού’’, πήρε μέρος και ο μικρός γιός του Κουσουρή, ο Ιωάννης τον οποίο, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, τον σκότωσαν ληστές, επειδή δεν τους έδωσε μία κουμπούρα. Το μέρος που τον σκότωσαν οι ληστές ονομάσθηκε: ‘’στο βάρεμα του Κουσουρόγιαννου’’ >>.
Στο βιβλίο του Κ. Πετρονικολού ''Ποδολοβίτσα-Πεντάλοφος'' , διαβάζουμε....<<.....Ένα κτήμα δίπλα στο χωριό και ανατολικά του, το θυμάμαι ακαλλιέργητο, γιομάτο πυκνά και ψηλά αγκάθια, «δραξούλια» τα λέγαμε. Στο κτήμα αυτό το «έρημο» (δεν ξέραμε ούτε σε ποιόν άνηκε...), διανυκτέρευαν και έβοσκαν τα πολλά την εποχή εκείνη άλογα του χωριού, τότε πριν βγουν τα τρακτέρ και τα άλλα γεωργικά μηχανήματα, που αχρήστευσαν τα άλογα, ώστε τώρα στο χωριό να υπάρχουν ελάχιστα... Το χωράφι αυτό, 85 στρέμματα, το αγόρασε ο πατέρας μου και τότε μάθαμε πώς άνηκε στους Κουσουρέους απ' το χωριό Βάρνακας του Ξηρομέρου και γι αυτό το λέγαμε «Κουσουρής». Ο Αποστόλης Κουσουρής πολέμησε με τ' αδέλφια του Πάνο και Φώτη κατά την Επανάσταση του Εικοσιένα σε πολλές μάχες και στο Μεσολόγγι. Στους Κουσουρέους μετά την Επανάσταση δόθηκαν κτήματα απ' τις «εθνικές γαίες» και ένα απ' τα κτήματα αυτά ήτανε και τούτο, ο «Κουσουρής». Τώρα ο «Κουσουρής» είναι γιομάτος ελιές και περιβόλια από ξινά>>.

Σταχυολογώντας τα κυριότερα σημεία από το βιβλίο του Ν.Θ. Μήτση (Νίκ.,Θεοδ., Μήτσης, 2011- Ξηρομερίτες ήρωες της επανάστασης του 1821, Κουσουραίοι: Η οικογένεια των αγώνων και των θυσιών στα 1821 απ΄ το Βάρνακα του Ξηρομέρου,  και στο https://issuu.com/5460/docs/_________, από Δ.Δαγλάς), διαβάζουμε ότι: ‘’Η οικογένεια Κουσουρής, της οποίας απόγονοι σήμερα είναι ελάχιστοι στο Ξηρόμερο, έλκει την καταγωγή της απ΄ τον ορεινό Βάρνακα του Ξηρομέρου, Αιτωλοακαρνανίας. Πρόκειται για μια οικογένεια με αξιόλογη προσφορά στον αγώνα του ελληνικού Έθνους (1821-1829), που σχεδόν, δεν υπήρξε μάχη για μάχη, απ΄ τον Αετό Ξηρομέρου, τη Βόνιτσα, το Βραχώρι, την Άρτα, το Πέτα, το Μεσολόγγι, το Ναύπλιο, το Παλαμήδι,  την Αράχωβα, την Αττική, το Μακρυνόρος, τον Καρβασαρά  κ.λπ  μέρη  που να μην  έλαβαν  μέρος  οι Κουσουραίοι Οπλαρχηγοί, στις πολεμικές συρράξεις  κατά των Τούρκων κατά εικοσιενανική (1821-1829) περίοδο του αγώνα του Έθνους μας. 
Οι αξιολογότεροι και γνωστοί μας, Κουσουραίοι αγωνιστές – μαχητές  στον αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας (1821 -1829 )  ήταν κατά βαθμό και προσφορά, οι ακόλουθοι:

ΚΟΥΣΟΥΡΗΣ Αποστολάκης (1793-1827 ) ΣτρατηγόςΓεννήθηκε  το 1793 στο Βάρνακα του Δήμου Σολλίου (νυν Αλυζία) και υπήρξε κατά σειρά, ένας εκ των τριών σημαντικότερων Οπλαρχηγών του Ξηρομέρου, δηλαδή  μετά τους Οπλαρχηγούς Γεώργιο Βαρνακιώτη  που διαφέντευε ολόκληρο το Ξηρόμερο και τον Γεώργιο Τσόγκα που διαφέντευε  την περιοχή της Βόνιτσας. Με την έναρξη της επανάστασης  του ΄21  διετέλεσε  πρώτα , ως υπαρχηγός, στο στρατιωτικό Σώμα  του στρατηγού Γεωργίου Νικολού Βαρνακιώτη και ακολούθως τον Δεκέμβριο του 1822 - που ο Βαρνακιώτης αποσκίρτησε από τον αγώνα - σχημάτισε δικό  του στρατιωτικό Σώμα, έχοντας εν τω μεταξύ ήδη λάβει το βαθμό του Χιλίαρχου και πολεμάει με 225 στρατιώτες στην  Α΄ πολιορκία του Μεσολογγίου ( Δεκ. 1822- Ιαν. 1823 ). Πήρε μέρος σε όλες τις κρίσιμες μάχες της Δυτικής Ελλάδος, όπως στην Άρτα (Λαγκάδα - Πλάκα  8 Ιουνίου  του 1821 ), στη Βόνιτσα ( 28 Μαΐου 1821 ), στο Πέτα ( 4 Ιουλίου 1822 ), στον Αετό Ξηρομέρου ( 9 Αυγούστου 1822 ), στην Α΄ πολιορκία του Μεσολογγίου ( Δεκ.1822 ), στο Αιτωλικό ( 1823 ), στη Ναύπακτο ( 1822 και 1823 ), στη Β΄ πολιορκία του Μεσολογγίου ( 1825-1826 ), στα Βαρδούσια (1826 ), στο Ναύπλιο (1826).

Στις 22 Ιουλίου του 1825 προήχθη με πρόταση του στρατηγού Γεωργίου Τσόγκα στο βαθμό του Αντιστράτηγου [ Γ.Α.Κ : Εκτ. Φακ. 99 ]. Το Φεβρουάριο  του 1826 ευρισκόμενος μέσα στο Μεσολόγγι προβιβάζεται στο βαθμό του Στρατηγού [Πρωτοψ.Αλληλ.Φρουρ. Μεσολογγίου σελ.19 ].

Στο Μεσολόγγι και κατά την ηρωική Έξοδο των  αγωνιστών του (Απρ.1825–Απρ. 1826 ), ο Αποστολάκης Κουσουρής, ως Σωματάρχης, διαδραμάτισε σημαντικότατο ρόλο στα τεκταινόμενα του αγώνα μέσα στο πολύπαθες Μεσολόγγι, έχοντας υπό την οδηγίαν του εκατόν πενήντα και πλέον άνδρες ,στρατολογημένοι όλοι απ΄ τα χωριά του Ξηρομέρου, εκ  των οποίων οι περισσότεροι  ήταν και συγγενείς του.  Ως Σωματάρχης  στη Β΄ Πολιορκία του Μεσολογγίου, υπερασπίζεται μαζί  και με άλλους Ξηρομερίτες Οπλαρχηγούς ( Κωνσταντής Βέρρης , Βασίλης Χασάπης, Δήμο Τσέλιος ) την ντάπια του Μοντάλαμπερ, ενώ από τον Αύγουστο του 1825 είχε οριστεί από τη Διοίκηση του Μεσολογγίου Γενικός Διοικητής στο Αιτωλικό. Στο Μεσολόγγι υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Φιλοδικαίων, η οποία αποτελούνταν από δυτικοελλαδίτες αξιωματικούς που βρίσκονταν κλισμένοι στο Μεσολόγγι . Τον Ιανουάριο του 1826 εξελέγη ομόφωνα μέλος της  εξαμελούς Επιτροπής ( Λ. Βέικος, Απ.

Κουσουρής, Ανδρ. Ίσκος, Σπυρομήλιος, Κ. Τζαβέλας, Γ. Βαλτινός) των ελεύθερων πολιορκημένων, η οποία Επιτροπή μετέβη στο Ναύπλιο για να ζητήσει από την Κεντρική Διοίκηση τα δέοντα για την τραγική κατάσταση αυτών. Αρχές του Ιουνίου του 1826 βρίσκεται στο Ναύπλιο, όπως σχεδόν όλοι οι δυτικοελλαδίτες και δη οι Εξοδίτες Οπλαρχηγοί και υπογράφει, μαζί με τον αρχιστράτηγο Γεώργιο Καραϊσκάκη και άλλους αξιόλογους αξιωματικούς, το πρακτικό ίδρυσης της Αδελφότητας Ρουμελιωτών αξιωματικών και πολιτικών ανδρών  που βρίσκονταν τότε  στο Ναύπλιο ( Ιούνιος του 1826 ).

Μετά την πτώση του Μεσολογγίου  ευρισκόμενος στο Ναύπλιο υπηρετεί ως στρατηγός στο Σώμα του Στρατάρχη Θεοδώρου Γρίβα. Δεν ακολούθησε στην Αράχωβα τον Καραϊσκάκη, όπως οι περισσότεροι Δυτικοελλαδίτες Οπλαρχηγοί, στέλνοντας όμως κοντά στον Καραϊσκάκη τον Χιλίαρχο αδελφό του, Φώτιο Κουσουρή, με σημαντικό αριθμό στρατιωτών από το Σώμα του, υπηρετούντες άπαντες υπό τις οδηγίες του Φώτη Κουσουρή και του αρχιστράτηγου Γεωργίου Καραϊσκάκη.

Τέλος του 1826 γυρίζει με εντολή του Καποδίστρια απ΄ το Ναύπλιο στο Ξηρόμερο, για να παρακινεί τους ευρισκομένους στο Ξηρόμερο στα όπλα  καθότι μετά  την πτώση του Μεσολογγίου επικρατούσε στη Δυτική Ελλάδα πλήρες έρεβος και σχεδόν όλοι είχαν αλλαξοπιστήσει και συνάμα αυτομολήσει στον εχθρό.

Δυστυχώς θανατώνεται δολίως  στις  17  Ιανουαρίου 1827 στη θέση Σταυρολιμιώνα ( κοντά στη σημερινή Βελά του Αστακού ), από ανθρώπους του προσκυνημένου τότε, Γεωργίου Τσόγκα, και άλλοτε αρχηγού του. Πρόκειται για ένα αποτρόπαιο και στυγερό έγκλημα που συνέβη στη Δυτική Ελλάδα ανάλογο εκείνου στην ανατολική Ελλάδα, όπου ως γνωστόν ο Γιάννης Γκούρας δολοφονεί στην Ακρόπολη των Αθηνών τον άλλοτε αρχηγό του Οδυσσέα Ανδρούτσο. Ήταν οι καθ΄ έξιν ίντριγκες  και  δολοπλοκίες , που δυστυχώς δεν έλλειπαν τότε και από αυτόν τον αγώνα του ΄21 .Να  τι αναφέρει στο φάκελο του (αριθ. 67), ο αδελφός του Φώτης Κουσουρής, εξιστορώντας λεπτομερώς τα συμβάντα εκείνης της εποχής. « Μετά την άλωσιν του Μεσολογγίου όλοι οι Οπλαρχηγοί οι ευρισκόμενοι εις την αυτού πολιορκίαν απέρασαν εις Ναύπλιον, αναμεταξύ των άλλων Στρατηγών απέρασε και ο μακαρίτης αυτάδελφός μου Αποστόλης Κουσουρής, όστις είχε και αυτός βαθμόν στρατηγού, και κάμνοντες μίαν συμφωνίαν μεταξύ των οι Οπλαρχηγοί απέρασαν όλοι κρυφίως εις Κάλαμον δια να ενεργήσουν όπως στήσουν νέον στρατόπεδον κατά του εχθρού. Αλλά κατά δυστυχίαν οι περισσότεροι απέστησαν, ο δε μακαρίτης Αποστόλης απεφάσισε να περάση εις Ναύπλιον. Ταυτοχρόνως του παρήγγειλεν από Κορφούς ( Κέρκυρα) ο Ευγενής Κόμης Βιάρος Καποδίστριας να σταθεί εις την Δυτικήν Ελλάδα δια να παρακινεί τους εδώ ευρισκομένους εις τα όπλα. Παρακεινούμενος λοιπόν από την του Κόμητος παραγγελίαν και απ΄ άλλους πολλούς του Καλάμου φιλογενείς, ευγήκεν από Κάλαμον εις την Στερεάν με εν Σώμα και ενοχλούσε τας επαρχίας δια να πιάσουν τα όπλα, οπού και ακολούθησε. Ο Γενναίος όμως καπετάν Τζόγκας, αλησμονήσας την συμφωνίαν του Ναυπλίου και τας υποσχέσεις όπου έδωσε εις Κάλαμον, δολερώ τω τρόπω ,προφασιζόμενος ότι ο δυστυχής Αποστόλης ενοχλεί τους βοσκούς, οίτινες εφύλαγον τα πρόβατα των Τούρκων, και δια αυτήν την αδικον πρόφασιν τη 17 Ιανουαρίου 1827 εφόνευσε με απιστίαν τον αληθή Πατριώτην, και μάλιστα , δια να λάβη από τους Τούρκους βραβεία, έκοψεν την κεφαλήν του ρηθέντος στρατηγού και έπεμψεν αυτήν εις Πρέβεζαν και οι εχθροί χαιρόμενοι κατά το σύνηθες έδιδον και επαίνους του κ. Τζόγκα δια την δούλευσιν…».

Ο Δημήτριος Παπαντωνόπουλος  αναφέρει στην Πεντηκονταετηρίδα του το 1873 για τον Αποστολάκη Κουσουρή  τα ακόλουθα: « …και ούτος ο ήρως  Αποστολάκης  Κουσουρής, αντιστράτηγος, το λαμπρόν τούτο καύχημα της ελληνικής ανδρείας της ευάνδρου Ακαρνανίας , εζήλωσε των προγόνων πάντας τους αγώνας και κινδύνους. Και εις πολλούς πολέμους και μάχας επολέμησε τω βαρβάρω και ανεδείχθη ομολογουμένως νικητής λαμπρός ο λεοντόκαρδος  ούτος και Ενδομάχας και εις την πολιορκίαν του ηρωικού Μεσολογγίου εντός του προμαχώνος του νεύοντος προς Ναύπακτον και εν τη του Αιτωλικού πολιορκία αίτινες εγένετο υπό του Σκόνδρα μετά τριάκοντα χιλιάδων. Δια ταύτα ίνα μη τα ανδραγαθήματα του ένεκα λήθης αγνώμονος υπό γην κατενεχθώσιν ακλεώς, διασαλπίζομεν διαπρυσίως και στεντορείως όσον δυνάμεθα και εμπορούμεν και διότι η κακή και μαύρη μοίρα του ου παρέσχε τούτω τω ήρωι τέλος ευτυχές τολυπεύσασα αυτών θάνατον άωρον εκ του αφανούς. Όθεν αιωνία σου η μνήμη τρις και τετράκις, ένδοξε, περίφημε και αθάνατε Αποστολάκη Κουσουρή αντιστράτηγε! ο Θεός ελέησον την φιλόπατριν ψυχήν σου. Αμήν ». Και συνεχίζει ο Παπαντωνόπουλος να μας ενημερώνει και για τη χήρα, γυναίκα του στρατηγού Αποστολάκη Κουσουρή, προσδιορίζοντάς μας τα εξής.: «…Είθε δε τέλος πάντων να δικαιωθεί υπό της Επιτροπής του ιερού αγώνος ειλικρινώς και φιλιδικαίως η χήρα του Αποστολάκη Κουσουρή, Κωνσταντίνου Βαλιανάκη, ως και η του Σταμούλη Καρπούζη και άλλων πολλών ιεραγωνιστών, ίνα μη ή τε ειρημένη επιτροπή και η σεβαστή μας κυβέρνησις επιπαρωδηθώσιν ως ιστόν Πηνελόπης υφαίνουσαι και εξυφαίνουσαι επί τοσαύτα έτη ασπλάγχνως και απανθρώπως».

Ο Αποστολάκης Κουσουρής  όπως είπαμε στην αρχή, ήταν η προσωποποίηση της παλικαριάς. Ο αγνός πολέμαρχος που τα προσέφερε όλα δια την πατρίδα, δια δε τον εαυτόν του δεν κράτησε τίποτα. Έζησε

μια ζωή πολεμώντας τον εχθρό και πέθανε, για την ακρίβεια δολοφονήθηκε, από ελληνικό χέρι, δίχως την ικανοποίηση να γίνεται το όνειρο του πραγματικότητα, δηλαδή να δεί τους Έλληνες να αναπνέουν τον ελεύθερο αέρα μετά από την μακροχρόνιο σκλαβιά. Άφησε  εν ζωή μόνο τη γυναίκα του, η οποία ζούσα το 1865 προσπαθούσε και ζητώντας με αξιοπρέπεια να  προσπορίσει απ την κυβέρνηση μια μικρή αύξηση στην ήδη δοθείσα σύνταξη των 26 δρχ που έπαιρνε ως χήρα στρατηγού.

Κατά τη γνώμη μας, αν δεν δολοφονούνταν ο Αποστολάκης Κουσουρής, θα εξελισσόταν σε μεγάλη στρατιωτική μορφή, καθότι το 1827 ( μετά το θάνατο του Καραϊσκάκη στις 23 Απρ. 1827 ) οι περισσότεροι στρατηγοί άλλος λίγο άλλος πολύ, είχαν προσκυνήσει στους Τούρκους ( Βαρνακιώτης , Τσόγκας, ΄Ισκος, Ράγκος κ.λπ ) με μοναδικούς εναπομείναντας στη Δυτική Ελλάδα τους Δημήτρη Μακρή, Δήμο Τσέλιο και Αποστολάκη Κουσουρή. Και ο Αποστολάκης Κουσουρής ήταν αναντίρρητα αξιολογότερος των προαναφερθέντων αξιωματικών και ήδη αποσταλείς στη Δυτική Ελλάδα, απ΄ τον Ιωάννη Καποδίστρια, με ειδικό ρόλο και ένα χρόνο πριν την έλευση του στην Ελλάδα. Ήταν με λίγα λόγια ευνοούμενος του Καποδίστρια και ως ο μοναδικός στρατηγός στο Ξηρόμερο το 1827, θα είχε ειδικό βάρος στην εφαρμογή της πολιτικής του κυβερνήτη  Καποδίστρια για την ανασύνταξη του τότε νεοϊδρυθέντος ελληνικού κράτους.

Η Επιτροπή Στρατιωτικών Εκδουλεύσεων  του 1865 κατέταξε τον Αποστολάκη Κουσουρή, δυστυχώςστην 3η  Τάξη των Αξιωματικών ( Συνταγματάρχης ) με αριθμό Μητρώου 314, στο Αρχείο των Αγωνιστών.

ΚΟΥΣΟΥΡΗΣ  Φώτης (1797-1878), Χιλίαρχος - Δήμαρχος ΣολλίουΓεννήθηκε το 1797 και ήταν αδελφός του Αποστολάκη Κουσουρή. Ακολούθησε καθ΄ όλη τη διάρκεια του αγώνα τον αδελφό του Αποστόλη και μετά το θάνατο αυτού (1827), ανεδείχθη μια αυτοδημιούργητος, μεσαία, στρατιωτική προσωπικότητα, στα τεκταινόμενα του αγώνα στην Δυτική Ελλάδα. Πολέμησε στη Βόνιτσα (1821), στην Άρτα (1821), στο Βραχώρι (1821), στο Πέτα (1822), στον Αετό Ξηρομέρου ( 1822), στο Μεσολόγγι ( 1822), στη Ναύπακτο ( 1823), στο Αιτωλικό (1823), στη Β΄ πολιορκία του Μεσολογγίου(1825-1826), με τον Καραϊσκάκη στην Αττική (1826), στην Αράχωβα (1826), στο Ζεμενό (1826) και Δίστομο (1827), με το Δήμο Τσέλιο στο Λεσίνι (1827), με τον Τσώρτς στο Δραγαμέστο (1827),στη Βόνιτσα (1828), στον Καρβασαρά (1828), στη Μάνινα (1828) και στην απελευθέρωση του Μεσολογγίου(1829) ως Πεντακοσίαρχος, υπό τον τότε αρχιστράτηγο Δυτικής Ελλάδος Αυγουστίνο Καποδίστρια. 

Υπήρξε ένας απ΄ τους κυριότερους υπερασπιστές του Λεσινίου , μετά το Δήμο Τσέλιο στα 1827-1829, αλλά και στις επιχειρήσεις στη Δυτική Ελλάδα υπό των τότε  εντεταλμένων αρχιστρατήγων: Αυγουστίνου Καποδίστρια, Ρίχαρντ Τσώρτς, Λουίς  Δένζελ και Βικέντιου Πίσα. Το δε  1825 προήχθη στο βαθμό του Χιλιάρχου. Τον  συναντάμε και στα στρατόπεδα της Ζαβέρδας ( Κόλυμπος ), Βόνιτσας και του Καρβασαρά να πολεμάει αδιαλείπτως ως το 1830. Επί  κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια (1830) ονομάστηκε Πεντακοσίαρχος στο Ταξιαρχικό Σώμα της Βόνιτσας, ενώ επί  ΄Οθωνα (1835 ) ονομάσθηκε Ταγματάρχης της Βασιλικής Φάλαγγας και διετέλεσε  δε και Διοικητής στην 2η Τετραχία  της Βασιλικής Φάλαγγας με έδρα τη Βόνιτσα . Έλαβε  ενεργό  μέρος στην εξέγερση των Ακαρνάνων αξιωματικών στις 2  Φεβρ. 1836 κατά του βασιλιά Όθωνα, επανέκαμψε όμως πολύ νωρίς, ζητώντας έλεος απ΄ τον Όθωνα και ανεκλήθη υπ΄αυτού ως ενεργό μέλος στη Βασιλική Φάλαγγα πάλι με το  βαθμό του Ταγματάρχη. Αποκαταστάθηκε το 1844 με το βαθμό του Αντισυνταγματάρχη στη Βασιλική Φάλαγγα. Ο Φώτης Κουσουρής,  αναφέρει και για τη δολοφονία του αδελφού του Αποστόλη, από ανθρώπους του Γεωργίου Τσόγκα, καταγράφοντας τα  εξής:«…και  είχα  την τύχη  να δω νεκρό  στ ο σπίτι μου  στις  17  Ιανουαρίου 1827 όπου  ο  Γεώργιος  Τσόγκας  δολοφόνησε  τον  αδελφό  μου  Αποστόλη  που ήτο τότε  στρατηγός. »  ( Χ.Ε.Ο.Ε.Β   κουτ. 97, φακ.67). Το 1849 ως και το 1856 διετέλεσε επί σειρά ετών και Δήμαρχος Σολλίου [ Ζάβιτσα, Μερδενίκου, Βάρνακας, Βάτος, Κανδήλα, Μύτικας ] ( νυν Αλυζία). Πέθανε σε βαθιά γεράματα το 1878 στο Βάρνακα Ξηρομέρου απ όπου και κατάγονταν. Η Επιτροπή στρατιωτικών εκδουλεύσεων του 1865 τον χαρακτήρισε με την υπ΄ αριθ. 35 απόφαση της 29ης συνεδριάσεως της ως Αξιωματικό 4ης Τάξεως ( αντισυνταγματάρχης ) και με αριθμό Μητρώου 344 στο Αρχείο των Αγωνιστών.

ΚΟΥΣΟΥΡΗΣ Ανάστος (1795-1836), ΕκατόνταρχοςΚατάγονταν από την περίφημο οικογένεια των Κουσουραίων και ήταν αδελφός του Αποστόλη και Φώτη Κουσουρή. Πολέμησε ανδρείως από την αρχή μέχρι τέλος της επανάστασης, φέρων το βαθμό του Εκατόνταρχου. Το 1833 ονομάστηκε ανθυπολοχαγός Φαλαγγίτης Ταξιαρχικός. Πήρε μέρος στην εξέγερση των Ακαρνάνων αξιωματικών κατά του  Όθωνα το 1836. Τούτο ήταν και η αιτία να στερηθεί βαθμολογικά και μισθολογικά  τις τιμητικές απολαβές του. Κατά τον Δημήτριο Παπαντωνόπουλο υπήρξε : « ατρόμητος ήρωας ως σιδηροφόρος Ακαρνάν, αγωνισθείς ανδρεία εις τον υπέρ πίστεως της πατρίδος ιερό αγώνα , από αρχής  μέχρι τέλους και ετίμησε τα ελληνικά όπλα σε όλες τις μάχες…». Σύμφωνα με την αίτηση του υιού του, Χαράλαμπου Κουσουρή , προς την Επιτροπή στρατιωτικών εκδουλεύσεων του 1843, πληροφορούμεθα

ότι ο Ανάστος Κουσουρής εφονεύθη το 1836, αφήνοντας ορφανά  έξι (6) παιδιά ( Οθων. Υπ. Στρ. φακ. 472 ). Και συνεχίζει στην αναφορά του ο Χαράλαμπος Κουσουρής να μας διηγείται επί πλέον και τα ακόλουθα: «…ο θείος μου Απόστολος Κουσουρής μαχόμενος πάντοτε και στρατιωτικώς  ως Οπλαρχηγός έπεσε γενναίως δολοφονηθείς. Οι δε έτεροι θείοι μου Φώτης και Παναγιώτης, ο μεν πρώτος χαρακτηρισμένος Ταγματάρχης, ο δε δεύτερος χαρακτηρισμένος Λοχαγός της Φάλαγγος, ηγωνίσθηκαν καρτερικώς εις όλον της Επαναστάσεως αγώνα τιμηθέντες ήδη και στα των Φαλαγγιτών ταύτας θέσεις …».

ΚΟΥΣΟΥΡΗΣ Παναγιώτης, ΕκατόνταρχοςΓεννήθηκε το 1802 στο Βάρνακα και ήταν ο μικρότερος αδελφός απ΄ τους προαναφερθέντας Κουσουραίους ( Αποστόλη, Ανάστο  και Φώτη). Το 1825 ονομάστηκε Ταξιαρχικός ( ένας βαθμός πιο κάτω απ΄ τον του Χιλίαρχου  ) και επί Καποδίστρια υπηρετεί στο Ταξιαρχικό Σώμα στη Βόνιτσα ως Εκατόνταρχος αυτού ( Γραμ. Στρ. Φακ. 60 ). Πολέμησε από την αρχή του αγώνα σε όλες τις προαναφερθείσες μάχες που έλαβαν μέρος τα αδέλφια του με κορυφαία εκείνη της Εξόδου του Μεσολογγίου (1826). Αρίστευσε  μαζί  με τον αδελφό του Φώτη στη μάχη της Αράχωβας ( 24 Νοεμ. 1826 ), στο Λεσίνι (1827), αλλά και στην περίτρανη και λαμπρή μάχη της Βόνιτσας (15 Δεκ. 1828 ). Το 1836 υπηρετεί στη Βασιλική Φάλαγγα ως ανθυπολοχαγός και το 1844 προικοδοτείται ως Λοχαγός της Βασιλικής Φάλαγγας. Από την Επιτροπή των στρατιωτικών εκδουλεύσεων του 1865 ονομάστηκε αξιωματικός Ζ΄ (εβδόμης) Τάξεως ( ανθυπολοχαγός ) με αριθμό Μητρώου 1376  στο αρχείο των Αγωνιστών. Αυτή ήταν η δαφνοφόρος πορεία της οικογένειας ΚΟΥΣΟΥΡΗΣ στον αγώνα της Εθνικής  Παλιγγενεσίας εν έτει 1821-1829 και η οποία οικογένεια κατάγονταν από το Βάρνακα το μεγαλύτερο καπετανοχώρι του  Ξηρομέρου (σταχυολόγηση από το βιβλίο Ν.Θ. Μήτσης, 2011- Ξηρομερίτες ήρωες της επανάστασης του 1821-Κουσουραίοι: Η οικογένεια των αγώνων και των θυσιών στα 1821 απ΄ το Βάρνακα του Ξηρομέρου).

ΠΑΠΑΚΟΥΣΟΥΡΗΣ ή ΛΑΟΠΑΠΑΣ ή ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΥΣΟΥΡΗΣ. Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε και ένα ακόμη σημαντικό πρόσωπο, στα μέσα του περασμένου αιώνα, το Παπακουσουρή ή Λαόπαπα ή Κωσταντίνο Κουσουρή από το χωριό Στράνωμα της ορεινής Ναυπακτίας. Μια προσωπικότητα με τεράστιο κοινωνικό και ανθρωπιστικό και όχι μόνο έργο (πηγή:σταχυολόγηση από κείμενο:Κ.Ν.Δημόπουλος, http://www.agrinionews.gr/enas-thrylikos-laopapas-o papakostas-koysoyris/). Ξεκίνησε στο χωριό του ως απλός λαϊκός, έγινε διμοιρίτης ιππικού με ανδρεία και ηρωϊσμό στο Εσκι-Σεχίρ της Μ. Ασίας. Αιχμάλωτος αυτός και η διμοιρία του των Τούρκων, αλλά και απέδρασαν της αιχμαλωσίας με το γνωστό παραγγελμά του ‘’ επι τον ίππον’’. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή γίνεται έμπορος στην Κορινθία όπου ζουσαν τα παιδιά του. Αλλά, ο νόστος τον γυρίζει στα πάτρια εδάφη, στο Στράνωμα όπου γίνεται παπάς. Αξιοσέβαστη και σημαντική η προσφορά του, κατά τη γερμανική κατοχή, όσο και κατά τον εμφύλιο. Πάντοτε ήταν έτοιμος για τα πάντα. Όταν τον απείλησαν κάποτε ότι θα τον κρεμάσουν, αυτός τους αποκρίθηκε      ‘’ Όταν εγώ πολεμούσα για την πατρίδα, εσύ δεν ήσουνα ούτε απλή σκέψη στο μυαλό του πατέρα σου’’. Προς το τέλος της ζωής του γύρισε στα Μαύρα Λιθάρια Κορινθίας κοντά στα παιδιά του. Σήμερα, στην πλατεία του χωριού του, στο Στράνωμα Ναυπακτίας, υπάρχει ένα πληροφοριακό σημείωμα για το θρύλο του Παπακουσουρή ή Λαόπαπα.

Σε άλλα ιστορικά κείμενα αναφέρονται και τα εξής, ως προς επώνυμο Κουσουρής και την επανάσταση του 1821. ‘’ Στην Ελληνική επανάσταση του 1821 η συμμετοχή των Μαρουσιωτών έμελλε να είναι καθοριστική στην έκβαση του αγώνα. Η επανάσταση στην Αττική ξεκίνησε από τους κατοίκους των χωριών του νομού και συγκεκριμένα από το Μενίδι. Χαρακτηριστική είναι η συνεισφορά των Μαρουσιωτών στην Πολιορκία της Ακροπόλεως από τους Τούρκους. Πολλοί ήταν οι Μαρουσιώτες επαναστάτες που πολέμησαν για το καλό της Ελλάδος και ακόμα και σήμερα τιμάμε την μνήμη τους. Όλο το χωριό του Μαρουσιού της εποχής εκείνης σύσσωμο πήρε τα όπλα στον αγώνα υπέρ της ανεξαρτησίας. Η έως σήμερα έρευνα για τις οικογένειες που συμμετείχαν στην Επανάσταση συνεχίστηκε. Τα ονόματα που έχουν έρθει μέχρι στιγμής στο φως είναι των οικογενειών: Αδάμη, Αλεπού, Βάση, Βιλιώτη, Γαρδέλη, Δέγγλερη, Δούση, Καλατζή, Καπνόριζα, Καρβέλα, Κερασιώτη, Κοροβέση, Κορωπιώτη, Κουντουμάδη, Κουσουρή, Κοτζιά, Κώτου, Λέκκα, Λίτσα, Λογοθέτη, Λούη, ΜπαΪραχτάρη, Μαργέτη, Μάρκου, Μασούρη, Μόσχα, Μοστρού, Ξενάκη, Πάλλη, Παναταγή, Παπαγιάννη, Παπαδημητρίου, Πέππα, Πετρούτσου, Πουλημένου, Πρέσσα, Σεραφίμη, Σούγκρα, Τρακάδα, Τριανταφύλλη, Τούντα, ΧαΪμαντά, Χασσιώτη (πηγές: Μουρουγκλού, Άννα (2010). ΑΜΑΡΟΥΣΙΟΝ Όψεις της Ιστορίας της Πόλης και του Δήμου. Μαρούσι: Αλέξανδρος Ε.Π.Ε, σελ. 79. ISBN 960-8092-48-5, Φάρρου, Εύη (2004). ΜΑΡΟΥΣΙ. Μαρούσι: Εφημερίδα Αμαρυσία, σελ. 63,64. ISBN 960-88260-1-2) ‘’.
Στην πολιορκία των Αθηνών το 1827 από τους Οθωμανούς με αρχηγό τον Κιουταχή, σύμφωνα με το βιβλίο του Διονυσίου Σουρμελή, εν Αιγίνης, 1834, Ιστορία των Αθηνών κατά του υπέρ ελευθερίας αγώνα αρχόμενης από της επαναστάσεως μέχρι της αποκαταστάσεως των πραγμάτων (https://books.google.gr/books?id=f-dhAAAAcAAJ&printsec=frontcover&hl=el&source=gbs_ge_summary_r&cad=0#v=onepage&q&f=false) αναφέρονται μεταξύ άλλων, ο μαχητής Αγγελής Κουσουρής, καθώς και η οικογένεια Κουσουρής, μεταξύ άλλων οικογενειών, στο κεφάλαιο ‘’ Αι επαναστατήσαντες οικογένειες κατά των κρατούντων ‘’ (βιβλίο Γ’, κεφάλαιο ΙΓ’, σελ., 291).

‘’……Ο Κιουταχής μετά την άλωση του Μεσολογγίου εκστρατεύει προς την Αττική……Ο Ιωάννης Γκούρας, φρούραρχος των Αθηνών και Διοικητής της Αττικής, πράγματι δεν έλαβε λόγω απειρίας τα κατάλληλα μέτρα ελπίζοντας ότι ο ερχομός του εχθρού θα ήταν πρόσκαιρος. ….Οι Αθηναίοι , οι εν όπλοις, αποφασίζουν να μείνουν μέσα στην πόλη, ενώ στέλνουν τα γυναικόπαιδα στη Σαλαμίνα και την Αίγινα. Και επειδή η φρουρά των Αθηνών απτελείτο κυρίως από ξένους, βρήκε σε αυτούς ο φρούραρχος, απιστίας, απείθεια, και αχαριστία, καθώς σχεδίαζαν να εγκαταλείψουν το φρούριο των Αθηνών και τη φύλαξή του (εκλαϊκευμένη απόδοση από το  πρωτότυπο βιβλίο, σελ., 138, βιβλίο Δ.Σουρμελή, 1834). Σύμφωνα με τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, στις πρώτες κοινοβουλευτικές εκλογές του τότε Ελληνικού κράτους το 1844 (έρευνα Γ.Πάλλης, 1965, http://www.amarysia.gr) στον εκλογικό κατάλογο του Αμαρουσίου αναφέρεται ότι ψήφισε κάποιος αυτόχθων Νικολής Κουσουρής ετών 43, ιδιοκτήτης, κτίστης στο επάγγελμα (με βεβαιότητα ήταν αδελφός του πατέρα του προπάππου μας Σωτηρίου Κουσουρή, για τον οποίο δεν γνωρίζουμε το μικρό του όνομα) (οι εκλογές του 1844 για τους πρώτους κοινοβουλευτικούς αντιπροσώπους του τότε ελληνικού κράτους διήρκησαν 6 μήνες και πρωθυπουργός εκλέχθηκε ο Ι. Κωλέττης).
Από στοιχεία, κατά την άφιξη των Ελλήνων μεταναστών στις Ηνωμένες Πολιτείες (Ellis Island, USA) στις αρχές του 1900, αναφέρονται αρκετοί Κουσουρήδες που μετανάστευσαν εκεί. Μεταξύ αυτών και κάποιος '' Κουσουρής Ιωάννης'', ετών 19, με τόπο προέλευσης από το Καρνέσι, τη σημερινή Άνω Κλειτορία, Καλαβρύτων και με ημερομηνία άφιξης στις ΗΠΑ, 10 Μαρτίου, 1914. 
John Kousouris, passenger record, 1919 (Ellis island, USA)
Αλλά και κάποιος Λυκούργος Κουσουρής, το 1905 από την Αθήνα, ο Δημήτριος Κουσουρής, ετών 50 το 1901, και ο γιός του Ηλίας, ετών 20,από τη Μηλέα Μεσσηνίας, ο Θεοδόσης Κουσουρής, ετών 16 το 1903, από τον Πειραιά, ο Λάμπρος Κουσουρής, το 1910, από τη Λαμία, ο Αθανάσιος Κουσουρής, το 1910, από το Γαρδίκι Τρικάλων, ο Κωνσταντίνος Κουσουρής, το 1912, από το Ελευθεροχώρι Φθιώτιδας (ή Πιερίας), ο Ηλίας Κουσουρής, το 1913, από την Καστοριά και πολλοί άλλοι. 
Σήμερα, η διασπορά των Κουσουραίων στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής είναι περισσότερο γνωστή στις περιοχές Maryland-Baltimore-Towson, New York, Washington, Michigan, Alberta, Boston, New Jersey, Honolulu και αλλού. Σε πολλούς ιστοχώρους μπορείς να αναζητήσεις την κατανομή των συνεπωνύμων μας σε διάφορες χώρες. Έτσι για παράδειγμα στο http://www.forebears.io/surnames/kousouris η παγκόσμια κατανομή αναφέρει 551 άτομα στην Ελλάδα, 48 στις ΗΠΑ, 7 στον Καναδά, 2 στη Σκωτία, και από 1 στην Αγγλία, Αλβανία, Γερμανία, Γαλλία. Επίσης, στις διαχρονικές μεταναστεύσεις των Κουσουραίων εκτός Ευρώπης αναφέρονται και η Αυστραλία, η Νοτιοαφρικανική Ένωση, η Αργεντινή  και σε πολλές άλλες χώρες. Όπως έχουμε αναφέρει η διασπορά των συνεπωνύμων είναι αρκετά διαδεδομένη και στο εξωτερικό. Το διαδίκτυο μας προσφέρει αρκετές πληροφορίες, δίνοντας μας χάρτες διασποράς των Κουσουραίων.
Από τις μέχρι σήμερα πληροφορίες που συλλέξαμε, φαίνεται ότι ο δικός μας κλάδος με σχετικά πρόσφατες ρίζες (1800-1900) από την Πλάκα της Αθήνας, ήταν συγγενικός σε πρώτο βαθμό με τον κλάδο των προγόνων που εγκαταστάθηκαν στο Μαρούσι γύρω στις αρχές του 1900 ή και αρκετά νωρίτερα. Οι Κουσουρής της Πλάκας και των γειτονικών περιοχών έμεναν και δραστηριοποιούνταν στις οδούς Βούρβαχη, Εκαταίου και Βρεσθένης, στην αρχή της οδού Βουλιαγμένης και απέναντι από τις στήλες Ολυμπίου Διός, στο τετράγωνο των οδών Λυσικράτους, Φρυνίχου και Αισχίνου, Καλλιρρόης, περιοχές ναών Αγίας Αιακερίνης και Αγίου Παντελεήμονα-Νέος Κόσμος.
Και για ψυχαγωγικούς λόγους, βρίσκουμε ότι η πυκνότητα του επωνύμου μας με βάση τις πρόσφατες συνδέσεις τηλεφώνου (πυκνότητα ανά 10.000 τηλεφωνικές συνδέσεις στο http://blog.vrisko.gr/cat/vrisko-info/apo-pou-krataei-i-skoufia-sou?Κουσουρής), αναφέρονται 42 συνδέσεις στα Κύθηρα, 21 στην Αττική, 11 στη Σαλαμίνα, 9 στην Κυπαρισσία, 7 στο Αίγιο, 2 στην Καστοριά, 1 στη Λαμία και 1 στα Ιωάννινα. Ωστόσο, είναι γνωστό ότι με το επώνυμό μας υπάρχουν πολλές οικογένειες στην Αιτωλοακαρνανία, στη Μακεδονία, στις Κυκλάδες και σε άλλα μέρη στην Ελλάδα. Επομένως, η ορθότητα του πιο πάνω Blog ελέγχεται μερικώς ως προς την ακρίβεια των στοιχείων, ανά την επικράτεια.
—————-